Η λέξη “τεμπελιά” χρησιμοποιείται πολύ εύκολα. Συχνά την πετάμε στον αέρα σαν εξήγηση για κάθε καθυστέρηση, κάθε αναβλητικότητα, κάθε αδυναμία να ολοκληρωθεί κάτι που “φαίνεται απλό”. Είναι μια λέξη που μοιάζει πρακτική, επειδή δίνει μια γρήγορη απάντηση: “δεν θέλει”. Όμως στην πραγματικότητα, πολλές φορές αυτή η λέξη δεν εξηγεί τίποτα. Απλά κλείνει την κουβέντα.
Στην καθημερινότητα, ειδικά όταν υπάρχει πίεση, κουράση, ευθύνες ή απαιτήσεις, είναι ανθρώπινο να προσπαθούμε να καταλάβουμε γιατί κάποιος δεν κάνει αυτό που περιμένουμε. Το θέμα είναι πως το να χαρακτηρίσουμε έναν άνθρωπο ως “τεμπέλη” δεν είναι απλώς άδικο. Είναι επικίνδυνο, γιατί συχνά κρύβει μια πραγματική δυσκολία που χρειάζεται υποστήριξη και όχι κριτική.
Έχουμε δει πολλές φορές ανθρώπους που χαρακτηρίστηκαν “αδιάφοροι” ή “τεμπέληδες”, ενώ στην πραγματικότητα πάλευαν με άγχος, εσωτερική πίεση, φόβο αποτυχίας, χαμηλή αυτοπεποίθηση, αισθητηριακή υπερφόρτωση ή γνωστική κόπωση. Και όταν κάποιος ακούει για χρόνια ότι “είναι τεμπέλης”, κάποια στιγμή το πιστεύει. Εκεί δεν έχουμε πια μόνο μια δυσκολία στη συμπεριφορά. Έχουμε ένα πλήγμα στην ταυτότητα.
Πρώτα απ’ όλα αξίζει να πούμε κάτι ξεκάθαρα. Άλλο το “δεν θέλω” και άλλο το “δεν μπορώ”. Κι ακόμα πιο συχνά, άλλο το “δεν μπορώ τώρα” από το “δεν μπορώ ποτέ”. Οι άνθρωποι δεν λειτουργούν σταθερά κάθε μέρα με τον ίδιο τρόπο. Η ενέργεια, η ψυχική αντοχή, η συγκέντρωση και η διάθεση δεν είναι μηχανή. Επηρεάζονται από τον ύπνο, από το στρες, από τα γεγονότα, από το περιβάλλον και από το πόσο ασφαλής νιώθει κανείς.
Είναι σημαντικό επίσης να θυμόμαστε ότι πολλοί άνθρωποι, ιδιαίτερα εκείνοι που μεγαλώνουν μέσα σε απαιτητικά πλαίσια ή σε συνθήκες συνεχούς κριτικής, μαθαίνουν να κρύβουν τις δυσκολίες τους. Μπορεί να μην πουν “δυσκολεύομαι”. Μπορεί να πουν “βαριέμαι”. Μπορεί να το παρουσιάσουν σαν αδιαφορία, γιατί η αλήθεια τους είναι πιο ευάλωτη: ότι φοβούνται, ότι πιέζονται, ότι δεν αντέχουν, ότι νιώθουν ανεπαρκείς.
Ένας από τους πιο συχνούς λόγους που κάτι μοιάζει με τεμπελιά, ενώ δεν είναι, είναι η ψυχική εξάντληση. Όταν το μυαλό και το σώμα είναι σε συνεχή επιφυλακή, όταν το άγχος είναι καθημερινό, όταν η ευθύνη είναι μόνιμη, τότε η παραμικρή υποχρέωση μπορεί να φαίνεται βουνό. Ο άνθρωπος μπορεί να καθυστερεί, να αποφεύγει, να “παγώνει”. Όχι επειδή δεν τον νοιάζει, αλλά επειδή δεν έχει αποθέματα.
Μια άλλη συχνή ρίζα είναι ο φόβος αποτυχίας. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξεκινούν καν, γιατί μέσα τους έχουν ήδη προεξοφλήσει ότι δεν θα τα καταφέρουν. Αντί να το πουν έτσι, μπορεί να το καλύψουν με ένα “έλα μωρέ, βαριέμαι”. Κάποιες φορές αυτό είναι μια μορφή αυτοπροστασίας. Αν δεν προσπαθήσω, δεν θα αποτύχω. Αν δεν δοκιμάσω, δεν θα εκτεθώ. Κι όμως, αυτό το μοτίβο κρύβει μεγάλη πίεση και δεν αντιμετωπίζεται με νουθεσίες, αλλά με ενθάρρυνση, σταθερότητα και μικρά ρεαλιστικά βήματα.
Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου η δυσκολία δεν είναι συναισθηματική, αλλά πιο λειτουργική. Κάποιος μπορεί να δυσκολεύεται στην οργάνωση, στη συγκέντρωση, στον προγραμματισμό, στη διαχείριση χρόνου ή στο να ξεκινήσει μια δραστηριότητα. Αυτό συχνά σχετίζεται με τη λεγόμενη εκτελεστική λειτουργία, δηλαδή τις “εσωτερικές δεξιότητες” που μας βοηθούν να ξεκινάμε, να οργανώνουμε, να θυμόμαστε, να ολοκληρώνουμε. Όταν αυτές οι δεξιότητες δυσκολεύουν, η καθημερινότητα μοιάζει χαοτική. Και τότε, το άτομο δεν χρειάζεται την ταμπέλα “τεμπέλης”, αλλά την κατάλληλη υποστήριξη και ένα πλαίσιο που το βοηθά να λειτουργήσει.
Σε δομές, στην εκπαίδευση, αλλά και στο σπίτι, συναντάμε συχνά και το εξής: κάποιος μπορεί να μην κάνει αυτό που του ζητάμε, όχι επειδή δεν μπορεί γενικά, αλλά επειδή δεν μπορεί συγκεκριμένα μέσα σε εκείνες τις συνθήκες. Για παράδειγμα, μπορεί να μην αντέχει τον θόρυβο, να υπερφορτώνεται από πολλά ερεθίσματα, να αγχώνεται όταν υπάρχουν πολλά άτομα, να χάνει την ικανότητα να συγκεντρωθεί όταν δέχεται πίεση ή όταν νιώθει ότι τον παρατηρούν. Η συμπεριφορά τότε μοιάζει με άρνηση ή αδιαφορία, αλλά στην ουσία είναι μια αντίδραση στην υπερφόρτωση.
Αξίζει επίσης να αναφέρουμε κάτι που στην πράξη το βλέπουμε πολύ συχνά: πολλοί άνθρωποι δεν δυσκολεύονται σε όλα. Δυσκολεύονται σε συγκεκριμένα σημεία. Μπορεί να είναι εξαιρετικοί σε ένα πράγμα και να “κολλάνε” σε κάτι άλλο που φαίνεται απλό. Αυτό μπερδεύει το περιβάλλον, γιατί δημιουργεί την εντύπωση ότι “αφού μπορεί εκεί, μπορεί και εδώ”. Όμως η λειτουργικότητα δεν είναι ενιαία. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει ικανότητες σε ορισμένους τομείς και πραγματική δυσκολία σε άλλους.
Ένα πολύ χρήσιμο κριτήριο για να ξεχωρίσουμε την τεμπελιά από τη δυσκολία είναι το εξής: τι συμβαίνει όταν προσφέρουμε σωστή στήριξη; Όταν μειώνουμε το άγχος, όταν κάνουμε το έργο πιο ξεκάθαρο, όταν σπάμε μια υποχρέωση σε μικρότερα βήματα, όταν δίνουμε χρόνο, όταν υπάρχει ενθάρρυνση αντί για πίεση. Αν τότε ο άνθρωπος μπορεί να κινηθεί, έστω λίγο, τότε πιθανότατα δεν μιλάμε για “τεμπελιά”. Μιλάμε για ανάγκη προσαρμογής.
Ας φανταστούμε ένα καθημερινό παράδειγμα. Ένα άτομο καλείται να συμμετέχει σε μια δραστηριότητα ή να ολοκληρώσει μια υποχρέωση. Καθυστερεί, αποφεύγει, λέει “δεν θέλω”. Το περιβάλλον εκνευρίζεται και το χαρακτηρίζει αδιάφορο. Όταν όμως του δοθεί χρόνος, όταν του εξηγηθεί με απλό τρόπο τι ακριβώς χρειάζεται να γίνει, όταν μειωθεί η πίεση του “τώρα” και όταν το πλαίσιο γίνει πιο ήρεμο, τότε ο άνθρωπος ξεκινά. Αργά, διστακτικά, αλλά ξεκινά. Αυτό από μόνο του δείχνει κάτι: ότι δεν έλειπε η διάθεση, έλειπε η ασφάλεια και η δυνατότητα.
Το πιο δύσκολο σε όλο αυτό είναι ότι η “τεμπελιά” είναι εύκολη ετικέτα, ενώ η “δυσκολία” απαιτεί να σταθούμε, να δούμε, να ρωτήσουμε, να καταλάβουμε. Απαιτεί χρόνο και ενσυναίσθηση. Αλλά αυτός ο χρόνος είναι επένδυση. Γιατί όταν κάποιος νιώσει ότι τον βλέπουν πραγματικά, τότε μειώνεται η αντίσταση, ανοίγει η συνεργασία και εμφανίζεται η πρόοδος.
Κλείνοντας, είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως οι άνθρωποι δεν τεμπελιάζουν πάντα επειδή “δεν θέλουν”. Πολύ συχνά δυσκολεύονται επειδή δεν μπορούν με τον τρόπο που τους ζητάμε. Κι όταν αλλάζει ο τρόπος, όταν προσαρμόζεται το πλαίσιο, όταν το βλέμμα γίνεται πιο ανθρώπινο, τότε το άτομο δεν χρειάζεται να αποδείξει κάτι. Μπορεί απλά να προσπαθήσει.
Και αυτό είναι το σημείο που κάνει τη διαφορά. Να πάμε από την κριτική στη στήριξη, από την ταμπέλα στην κατανόηση. Όχι για να “χαϊδέψουμε” καταστάσεις, αλλά για να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε ένας άνθρωπος να σταθεί ξανά στα πόδια του, με αξιοπρέπεια και με πραγματική δύναμη.







