Η έννοια της συμπερίληψης χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο στον δημόσιο λόγο. Συχνά συνδέεται με θετικές προθέσεις, με προσπάθειες αποδοχής και με μια γενική διάθεση να δημιουργηθούν πιο ανοιχτές κοινωνίες. Ωστόσο, υπάρχει μια σημαντική διάσταση που συχνά παραβλέπεται: η συμπερίληψη δεν είναι απλώς μια επιλογή καλής θέλησης. Είναι δικαίωμα.
Όταν αντιμετωπίζουμε τη συμπερίληψη ως πράξη καλοσύνης, δημιουργούμε άθελά μας μια ανισορροπία. Δίνουμε την εντύπωση ότι η συμμετοχή κάποιων ανθρώπων στην κοινωνική ζωή εξαρτάται από τη διάθεση των άλλων να τους “δεχτούν”. Αυτό όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα μιας σύγχρονης κοινωνίας που βασίζεται στην ισότητα.
Η συμμετοχή στην εκπαίδευση, στην εργασία, στις κοινωνικές δραστηριότητες και στην καθημερινή ζωή δεν αποτελεί προνόμιο. Αποτελεί βασικό δικαίωμα. Και αυτό το δικαίωμα δεν χρειάζεται να “παραχωρείται”, αλλά να διασφαλίζεται.
Στην πράξη, η συμπερίληψη δεν είναι πάντα εύκολη. Απαιτεί προσαρμογές, αλλαγές στον τρόπο σκέψης και, σε πολλές περιπτώσεις, αναδιοργάνωση δομών και διαδικασιών. Χρειάζεται να δημιουργηθούν συνθήκες όπου όλοι οι άνθρωποι μπορούν να συμμετέχουν ουσιαστικά και όχι μόνο τυπικά.
Ας φανταστούμε έναν χώρο που είναι θεωρητικά ανοιχτός για όλους, αλλά στην πράξη δεν παρέχει τις απαραίτητες προσαρμογές. Ένας τέτοιος χώρος δεν είναι πραγματικά συμπεριληπτικός, ακόμη κι αν η πρόθεση είναι θετική. Η συμπερίληψη δεν κρίνεται μόνο από το αν επιτρέπεται η παρουσία, αλλά από το αν είναι εφικτή η συμμετοχή.
Σε επίπεδο καθημερινότητας, αυτό μεταφράζεται σε απλές αλλά ουσιαστικές πρακτικές. Στο πώς οργανώνεται ένας χώρος, στο πώς επικοινωνούν οι άνθρωποι, στο αν λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικές ανάγκες. Η συμπερίληψη δεν είναι μια γενική ιδέα. Είναι κάτι που φαίνεται μέσα από συγκεκριμένες πράξεις.
Η εμπειρία από την εργασία με ανθρώπους και οικογένειες δείχνει ότι αυτό που έχει μεγαλύτερη αξία δεν είναι μόνο η πρόσβαση, αλλά η αίσθηση ότι κάποιος ανήκει. Όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται ότι μπορεί να συμμετέχει χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει κάτι ή να προσαρμοστεί υπερβολικά, τότε η συμπερίληψη αποκτά πραγματικό νόημα.
Η μετατόπιση από την «καλή πρόθεση» στο «δικαίωμα» αλλάζει τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα. Δεν πρόκειται πλέον για μια επιλογή που κάνουμε όταν μπορούμε. Πρόκειται για μια υποχρέωση της κοινωνίας να διασφαλίζει ισότιμες συνθήκες για όλους.
Και αυτή η αλλαγή ξεκινά από τη σκέψη. Από το να αναγνωρίσουμε ότι η διαφορετικότητα δεν είναι κάτι που πρέπει να “χωρέσει” στην κοινωνία, αλλά κάτι που αποτελεί ήδη μέρος της.







