Έχουμε μάθει να θεωρούμε την επικοινωνία κάτι που συμβαίνει κυρίως με λέξεις. Ρωτάμε, απαντάμε, εξηγούμε, συζητάμε. Για πολλούς ανθρώπους, αυτό είναι ο βασικός τρόπος σύνδεσης με τους άλλους. Όμως η αλήθεια είναι ότι η επικοινωνία δεν ξεκινά και δεν τελειώνει στη γλώσσα. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να εκφραστούν εύκολα με λόγο. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν θέλουν να μιλήσουν. Υπάρχουν και στιγμές που ακόμη κι εκείνοι που μιλούν άνετα, κλείνουν, σωπαίνουν, “παγώνουν”. Και σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, κάτι σημαντικό χρειάζεται να θυμόμαστε: η σιωπή δεν σημαίνει απουσία επικοινωνίας.
Η σιωπή είναι και αυτή μήνυμα. Όπως και το βλέμμα, η στάση του σώματος, η κίνηση, η ένταση, η απόσταση, η αναπνοή. Ακόμα και οι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ή ένα ξαφνικό “κλείσιμο” μπορεί να είναι τρόπος έκφρασης. Αυτό που αλλάζει, είναι ότι το μήνυμα δεν έρχεται με λέξεις. Έρχεται με σημάδια. Και η δική μας στάση απέναντι σε αυτά τα σημάδια μπορεί να γίνει είτε γέφυρα είτε εμπόδιο.
Ως κοινωνική λειτουργός, ειδικά σε πλαίσια υποστήριξης, έχω δει πόσο συχνά η μη λεκτική επικοινωνία παρεξηγείται. Ένα άτομο που δεν απαντά μπορεί να χαρακτηριστεί “αδιάφορο”. Ένα άτομο που απομακρύνεται μπορεί να θεωρηθεί “αγενές”. Ένα άτομο που δεν κοιτάζει στα μάτια μπορεί να ερμηνευτεί ως “αντικοινωνικό”. Και όμως, πίσω από αυτά, μπορεί να υπάρχει άγχος, φόβος, αισθητηριακή υπερφόρτωση, δυσκολία κατανόησης, ανάγκη για χρόνο, ή απλώς μια διαφορετική νευρολογική οργάνωση. Όταν τα ερμηνεύουμε με λάθος φίλτρο, αντί να βοηθήσουμε, πιέζουμε. Και τότε η επικοινωνία δυσκολεύει ακόμη περισσότερο.
Είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε ότι η επικοινωνία χωρίς λόγια δεν είναι “ελλιπής” ή “κατώτερη”. Είναι διαφορετική. Και πολλές φορές είναι πιο ειλικρινής, γιατί το σώμα δύσκολα μπορεί να προσποιηθεί για πολλή ώρα. Όταν κάποιος νιώθει άβολα, φοβάται, πιέζεται ή δεν αισθάνεται ασφαλής, το δείχνει, ακόμη κι αν δεν το λέει.
Συχνά, αυτό που χρειάζεται είναι να “μεταφράσουμε” τα σήματα χωρίς να τα κρίνουμε. Για παράδειγμα, ένα άτομο που αποφεύγει την επαφή ή στρέφει το σώμα του αλλού μπορεί να μην απορρίπτει το πρόσωπο απέναντί του. Μπορεί να προσπαθεί να αυτορυθμιστεί, να μειώσει τα ερεθίσματα, να πάρει ανάσα. Ένα άτομο που κινείται νευρικά, που επαναλαμβάνει μια κίνηση, που παίζει με τα χέρια του, μπορεί να μην “κάνει φασαρία”. Μπορεί να προσπαθεί να κρατηθεί σταθερό. Ένα άτομο που δείχνει “ακίνητο” μπορεί να μην είναι χαλαρό. Μπορεί να έχει παγώσει από άγχος, μια αντίδραση που είναι πολύ πιο συχνή απ’ όσο νομίζουμε.
Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου η έλλειψη λόγου δεν είναι μόνιμη, αλλά στιγμιαία. Υπάρχουν άνθρωποι που σε στιγμές έντασης δεν μπορούν να μιλήσουν. Η σκέψη τους μπλοκάρει, το σώμα σφίγγεται, η φωνή δεν βγαίνει. Αυτό συμβαίνει σε κρίσεις άγχους, σε τραυματικές αναμνήσεις, σε έντονες συγκρούσεις, αλλά και σε ανθρώπους που γενικά δυσκολεύονται να εκφράσουν συναίσθημα. Εκείνη τη στιγμή, το να πιέσουμε με ερωτήσεις και απαιτήσεις μπορεί να χειροτερέψει το κλείσιμο. Αντίθετα, μια πιο ήρεμη στάση, ένας αργός ρυθμός, μια ασφαλής παρουσία, μπορεί να κάνει τον άλλον να “επιστρέψει” και να βρει ξανά τη φωνή του.
Ένα άτομο καλείται να συμμετέχει σε μια δραστηριότητα ή να μετακινηθεί σε έναν χώρο. Δεν μιλά, δεν απαντά, δεν συνεργάζεται. Κάποιος μπορεί να το εκλάβει ως πείσμα. Όμως, αν σταθούμε λίγο πιο προσεκτικά, μπορεί να δούμε ότι το πρόσωπο είναι σφιγμένο, ότι το σώμα είναι σε ένταση, ότι τα χέρια είναι κλειστά, ότι υπάρχει μικρή, γρήγορη αναπνοή. Το άτομο ίσως δεν μπορεί να οργανώσει τι του ζητείται, ίσως αισθάνεται πίεση από τη βιασύνη, ίσως δεν έχει καταλάβει με σαφήνεια το επόμενο βήμα, ίσως ο χώρος του προκαλεί δυσφορία. Η σιωπή εκεί δεν είναι άρνηση. Είναι σημάδι ότι χρειάζεται διαφορετική προσέγγιση.
Η επικοινωνία χωρίς λόγια μας ζητά κάτι απαιτητικό: να αφήσουμε για λίγο την ανάγκη να “απαντηθεί” η κατάσταση γρήγορα, και να μπούμε στη διαδικασία κατανόησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε με όλα ή ότι δεν θέτουμε όρια. Σημαίνει ότι επιλέγουμε να λειτουργήσουμε με τρόπο που αυξάνει τις πιθανότητες συνεργασίας και μειώνει την ένταση.
Ένας χρήσιμος τρόπος είναι να δίνουμε χρόνο. Πολλοί άνθρωποι χρειάζονται περισσότερα δευτερόλεπτα για να επεξεργαστούν αυτό που ακούνε ή αυτό που βιώνουν. Όταν βιαζόμαστε, η πίεση μεγαλώνει. Όταν αφήνουμε χώρο, δημιουργείται μια μικρή ασφάλεια που επιτρέπει την ανταπόκριση. Επίσης, βοηθά να μιλάμε πιο απλά και πιο καθαρά, με λιγότερα λόγια, ειδικά αν βλέπουμε ότι ο άλλος δυσκολεύεται. Μερικές φορές το “πες μου τι έχεις” είναι πολύ βαρύ, ενώ το “θες λίγο χρόνο;” είναι πιο ανθρώπινο και πιο εφικτό.
Εξίσου σημαντικό είναι να μην ερμηνεύουμε τα πάντα ως προσωπική απόρριψη. Αν κάποιος δεν κοιτάει, δεν μιλάει ή απομακρύνεται, το πρώτο που χρειάζεται να σκεφτούμε δεν είναι “δεν με θέλει”. Είναι “μήπως δυσκολεύεται; μήπως πιέζεται; μήπως δεν μπορεί αυτή τη στιγμή;”. Αυτή η αλλαγή στο πώς διαβάζουμε την κατάσταση μπορεί να αλλάξει πλήρως και τον τρόπο που ανταποκρινόμαστε.
Σε επίπεδο σχέσης, η μη λεκτική επικοινωνία είναι και ένα είδος εμπιστοσύνης. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στα συναισθήματά τους, αλλά δείχνουν πολλά μέσα από μικρά σημάδια. Η παρουσία τους, η επιλογή να μείνουν κοντά, μια μικρή κίνηση, το ότι δέχονται να είναι στον ίδιο χώρο, μπορεί να είναι ένας τρόπος να πουν “είμαι εδώ”. Αν εμείς χτίσουμε μια σταθερή, ήρεμη και προβλέψιμη σχέση, τότε σιγά-σιγά μπορεί να ανοίξει και ο λόγος. Αλλά δεν ανοίγει με πίεση. Ανοίγει με ασφάλεια.
Αξίζει να κρατήσουμε ότι η επικοινωνία δεν είναι μόνο αυτό που λέγεται. Είναι αυτό που μεταδίδεται. Και κάποιες φορές, οι πιο σημαντικές αλήθειες δεν λέγονται με φωνή, αλλά με σώμα, με σιωπή, με στάση. Αν καταφέρουμε να τις δούμε χωρίς κριτική και χωρίς βιασύνη, τότε κάνουμε κάτι ουσιαστικό: προσφέρουμε χώρο στον άλλον να υπάρξει όπως είναι. Και αυτό από μόνο του είναι μια μορφή φροντίδας.







