Η έννοια του «φυσιολογικού» είναι από τις πιο συχνά χρησιμοποιούμενες στην καθημερινή ζωή. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει συμπεριφορές, ικανότητες, ρυθμούς και τρόπους ζωής. Ωστόσο, σπάνια αναρωτιόμαστε ποιος ορίζει τι είναι φυσιολογικό και με ποια κριτήρια.
Η κοινωνία, μέσα από τις δομές και τις προσδοκίες της, δημιουργεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο καθορίζονται πρότυπα. Αυτά τα πρότυπα επηρεάζουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τους άλλους. Όταν κάποιος αποκλίνει από αυτά, συχνά αντιμετωπίζεται ως «διαφορετικός» με έναν τρόπο που δεν είναι πάντα ουδέτερος.
Το βάρος της κανονικότητας γίνεται ιδιαίτερα εμφανές σε ανθρώπους που δεν εντάσσονται εύκολα σε αυτά τα πρότυπα. Σε άτομα με αναπηρία, σε οικογένειες που βιώνουν διαφορετικές καθημερινότητες, σε ανθρώπους που λειτουργούν με διαφορετικούς ρυθμούς. Η σύγκριση με ένα “κανονικό” πρότυπο μπορεί να δημιουργήσει πίεση και αίσθηση ότι κάτι δεν είναι αρκετό.
Αυτή η πίεση δεν είναι πάντα εξωτερική. Συχνά εσωτερικεύεται. Οι άνθρωποι αρχίζουν να αξιολογούν τον εαυτό τους με βάση αυτά τα πρότυπα και να προσπαθούν να προσαρμοστούν, ακόμη κι όταν αυτό δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές τους ανάγκες.
Στην πράξη, η κανονικότητα δεν είναι μια σταθερή έννοια. Είναι κάτι που διαμορφώνεται κοινωνικά και μεταβάλλεται στον χρόνο. Αυτό που θεωρείται φυσιολογικό σε ένα πλαίσιο μπορεί να είναι διαφορετικό σε ένα άλλο. Παρ’ όλα αυτά, η ανάγκη να ενταχθεί κανείς σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο παραμένει ισχυρή.
Η αποδοχή της διαφορετικότητας δεν σημαίνει ότι καταργούνται τα όρια ή οι κανόνες. Σημαίνει ότι αναγνωρίζεται πως δεν υπάρχει ένας μόνο τρόπος να είναι κάποιος «σωστός». Ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο.
Στον χώρο της κοινωνικής υποστήριξης, αυτή η προσέγγιση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η δουλειά δεν είναι να προσαρμοστεί ο άνθρωπος σε ένα αυστηρό πρότυπο, αλλά να δημιουργηθούν συνθήκες όπου μπορεί να αναπτύξει τις δυνατότητές του με τον δικό του τρόπο.
Η μετατόπιση αυτή δεν είναι εύκολη. Απαιτεί αλλαγή στον τρόπο σκέψης και στην καθημερινή πρακτική. Απαιτεί να δούμε τον άνθρωπο πέρα από τις συγκρίσεις και να αναγνωρίσουμε την αξία της διαφορετικότητας ως στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ίσως τελικά το ερώτημα να μην είναι «ποιος είναι φυσιολογικός», αλλά «πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν κόσμο που να χωρά περισσότερες πραγματικότητες». Έναν κόσμο όπου η διαφορετικότητα δεν αποτελεί απόκλιση, αλλά μέρος της καθημερινότητας.
Και μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο, το βάρος της κανονικότητας παύει να είναι βάρος.







